誙 έννοια και προφορά

誙
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

誙 ελληνικός ορισμός

kēng

  • (arch.) definitely
  • sure!

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 坑 : λάκκος
  • 牼 : shank bone of ox;
  • 硁 : obstinate;
  • 硻 : obstinate;
  • 铿 : (onom.) clang; jingling of metals; to strike;