豋 έννοια και προφορά

豋
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

豋 ελληνικός ορισμός

dēng

  • τελετουργικό σκάφος

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 噔 : πουμ
  • 灯 : φως
  • 登 : σανίδα
  • 簦 : μεγάλη ομπρέλα για πάγκους
  • 蹬 : λάκτισμα