踢 έννοια και προφορά

踢
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

踢 ελληνικός ορισμός

tī

  • λάκτισμα

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 剔 : τσιμπούρι
  • 擿 : to select; to nitpick; to expose;
  • 梯 : σκάλα
  • 锑 : antimony (chemistry);

Παραδείγματα ποινών με 踢

  • 我喜欢的运动是:游泳、踢足球。
    Wǒ xǐhuān de yùndòng shì: Yóuyǒng, tī zúqiú.
  • 我和同学们在踢足球。
    Wǒ hé tóngxuémen zài tī zúqiú.

Λέξεις που περιέχουν 踢, ανά επίπεδο HSK