野 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

野 ελληνικός ορισμός

  • άγριος

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : και επίσης
  • : to smelt; to cast; seductive in appearance;
  • : thing; matter (Cantonese); see also 乜嘢[mie1 ye3];
  • : wild
  • : mud;

Λέξεις που περιέχουν 野, ανά επίπεδο HSK