锹 έννοια και προφορά

锹
Απλοποιημένος χαρακτήρας
鍬
Παραδοσιακός χαρακτήρας

锹 ελληνικός ορισμός

qiāo

  • shovel
  • spade

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 劁 : to neuter livestock;
  • 墝 : stony soil;
  • 悄 : ησυχια
  • 敲 : χτύπημα
  • 橇 : sled; sleigh;
  • 硗 : stony soil;
  • 缲 : to reel silk from cocoons;
  • 跷 : to raise one's foot; to stand on tiptoe; stilts;