麮 έννοια και προφορά

麮
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

麮 ελληνικός ορισμός

qù

  • porridge

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 去 : συμβαδίζω
  • 耝 : to plow; (ancient place name);
  • 觑 : to spy; watch for;
  • 趣 : ενδιαφέρον
  • 阒 : quiet; to live alone;