默 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

默 ελληνικός ορισμός

  • σιωπηλός

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : μελάνι
  • : wife of the last ruler of the Xia dynasty;
  • : μοναχικός
  • : τέλος
  • : to end; to die;
  • : to end; to die;
  • : αφρός
  • : έρημος
  • : distress; sickness;
  • : to gaze; to ogle to look at;
  • : feed a horse with grain; horse feed;
  • : bind; cord;
  • : jasmine;
  • : μω
  • : leap on or over; suddenly;
  • : name of a wild tribe; silent;
  • : tapir;
  • : sword;
  • : δρόμος
  • : name of a tribe; socks; stockings;
  • : Japanese variant of 默;

Παραδείγματα ποινών με 默

  • 李教授说话非常幽默。
    Lǐ jiàoshòu shuōhuà fēicháng yōumò.

Λέξεις που περιέχουν 默, ανά επίπεδο HSK