龄 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος χαρακτήρας
Παραδοσιακός χαρακτήρας

龄 ελληνικός ορισμός

líng

  • ηλικία

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : character used in Taiwan as a substitute for a real name (like 'X' in English); variant of 〇[ling2];
  • : zero;
  • : ηθοποιός
  • : εδώδιμος ιχθύς του βορρά
  • : purine (chemistry); to whisper;
  • : mound; tomb;
  • : to dawdle; the name of the father of the Emperor Yao;
  • : Eurya japonica;
  • : latticework on a window;
  • : sound of water flowing;
  • : πνεύμα
  • : (onom.) ting-a-ling (in compounds such as 玎玲 or 玲瓏|玲珑); tinkling of gem-pendants;
  • : concave channels of tiling;
  • : bamboo screen;
  • : damask; thin silk;
  • : antelope;
  • : tail feathers; plume;
  • : to hear; to listen; to understand clearly;
  • : small boat with windows;
  • : fungus; tuber;
  • : Trapa natans; water caltrop;
  • : withered (plant, herb etc);
  • : sandfly;
  • : to sell;
  • : lattice work on front and sides;
  • : name of a district in Hunan;
  • : name of a wine;
  • : κουδούνι
  • : μαυσωλείο
  • : μηδέν
  • : Japanese variant of 靈|灵;
  • : drops of rain; to fall in drops;
  • : mud carp (Cirrhina molitorella);
  • : wagtail; lark;
  • : Japanese variant of 齡|龄;
  • 𠱠 : 㫃

Παραδείγματα ποινών με 龄

  • 随便问别人的年龄是不礼貌的。
    Suíbiàn wèn biérén de niánlíng shì bù lǐmào de.

Λέξεις που περιέχουν 龄, ανά επίπεδο HSK