举足轻重 έννοια και προφορά

举足轻重
Απλοποιημένη λέξη
舉足輕重
Παραδοσιακή λέξη

举足轻重 ελληνικός ορισμός

jǔ zú qīng zhòng

  • κεντρικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 举 (jǔ): ανελκυστήρας
  • 足 (zú): πόδι
  • 轻 (qīng): φως
  • 重 (zhòng): βάρος