乐趣 έννοια και προφορά

乐趣
Απλοποιημένη λέξη
樂趣
Παραδοσιακή λέξη

乐趣 ελληνικός ορισμός

lè qù

  • ευχαρίστηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 乐 (lè): διασκέδαση
  • 趣 (qù): ενδιαφέρον