信用卡 έννοια και προφορά

信用卡
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

信用卡 ελληνικός ορισμός

xìn yòng kǎ

  • πιστωτική κάρτα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (xìn): γράμμα
  • (yòng): χρήση
  • (kǎ): κάρτα

Παραδείγματα ποινών με 信用卡

  • 我想去银行办一张信用卡。
    Wǒ xiǎng qù yínháng bàn yī zhāng xìnyòngkǎ.
  • 我把信用卡的密码忘了。
    Wǒ bǎ xìnyòngkǎ de mìmǎ wàngle.
  • 我向银行申请了一张信用卡。
    Wǒ xiàng yínháng shēnqǐngle yī zhāng xìnyòngkǎ.