借助 έννοια και προφορά

借助
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

借助 ελληνικός ορισμός

jiè zhù

  • με τη βοήθεια του

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jiè): δανείζομαι
  • (zhù): βοήθεια