充电器 έννοια και προφορά

充电器
Απλοποιημένη λέξη
充電器
Παραδοσιακή λέξη

充电器 ελληνικός ορισμός

chōng diàn qì

  • φορτιστής

HSK level


Χαρακτήρες

  • 充 (chōng): χρέωση
  • 电 (diàn): ηλεκτρική ενέργεια
  • 器 (qì): συσκευή