具备 έννοια και προφορά

具备
Απλοποιημένη λέξη
具備
Παραδοσιακή λέξη

具备 ελληνικός ορισμός

jù bèi

  • έχω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 具 (jù): με
  • 备 (bèi): προετοιμάζω