出租车 έννοια και προφορά

出租车
Απλοποιημένη λέξη
出租車
Παραδοσιακή λέξη

出租车 ελληνικός ορισμός

chū zū chē

  • ταξί

HSK level


Χαρακτήρες

  • (chū): εξω
  • (zū): ενοίκιο
  • (chē): αυτοκίνητο

Παραδείγματα ποινών με 出租车

  • 我坐出租车回家。
    Wǒ zuò chūzūchē huí jiā.
  • 我开了三年出租车了。
    Wǒ kāile sān nián chūzū chēle.
  • 我们坐出租车去火车站。
    Wǒmen zuò chūzū chē qù huǒchē zhàn.
  • 这位司机开出租车 5 年多了。
    Zhè wèi sījī kāi chūzū chē 5 nián duōle.