刹车 έννοια και προφορά

刹车
Απλοποιημένη λέξη
刹車
Παραδοσιακή λέξη

刹车 ελληνικός ορισμός

shā chē

  • φρένο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 刹 (shā): φρένο
  • 车 (chē): αυτοκίνητο