剥削 έννοια και προφορά

剥削
Απλοποιημένη λέξη
剝削
Παραδοσιακή λέξη

剥削 ελληνικός ορισμός

bō xuē

  • εκμεταλλεύομαι

HSK level


Χαρακτήρες

  • 剥 (bō): φλούδα
  • 削 (xuē): τομή