压迫 έννοια και προφορά

压迫
Απλοποιημένη λέξη
壓迫
Παραδοσιακή λέξη

压迫 ελληνικός ορισμός

yā pò

  • καταπίεση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 压 (yā): πίεση
  • 迫 (pò): δύναμη