发呆 έννοια και προφορά

发呆
Απλοποιημένη λέξη
發呆
Παραδοσιακή λέξη

发呆 ελληνικός ορισμός

fā dāi

  • σάστισμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 发 (fā): μαλλιά
  • 呆 (dāi): διαμονή