发射 έννοια και προφορά

发射
Απλοποιημένη λέξη
發射
Παραδοσιακή λέξη

发射 ελληνικός ορισμός

fā shè

  • εκπομπή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 发 (fā): μαλλιά
  • 射 (shè): βλαστός