发烧 έννοια και προφορά

发烧
Απλοποιημένη λέξη
發燒
Παραδοσιακή λέξη

发烧 ελληνικός ορισμός

fā shāo

  • πυρετός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (fā): μαλλιά
  • (shāo): έγκαυμα

Παραδείγματα ποινών με 发烧

  • 我身体不舒服,发烧了。
    Wǒ shēntǐ bú shūfú, fāshāole.