口头 έννοια και προφορά

口头
Απλοποιημένη λέξη
口頭
Παραδοσιακή λέξη

口头 ελληνικός ορισμός

kǒu tóu

  • από το στόμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 口 (kǒu): στόμα
  • 头 (tóu): κεφάλι