口气 έννοια και προφορά

口气
Απλοποιημένη λέξη
口氣
Παραδοσιακή λέξη

口气 ελληνικός ορισμός

kǒu qì

  • τόνος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 口 (kǒu): στόμα
  • 气 (qì): αέριο