唾弃 έννοια και προφορά

唾弃
Απλοποιημένη λέξη
唾棄
Παραδοσιακή λέξη

唾弃 ελληνικός ορισμός

tuò qì

  • θέτω στην άκρη

HSK level


Χαρακτήρες

  • (tuò): σάλιο
  • (qì): εγκαταλειμμένος