审理 έννοια και προφορά

审理
Απλοποιημένη λέξη
審理
Παραδοσιακή λέξη

审理 ελληνικός ορισμός

shěn lǐ

  • δίκη

HSK level


Χαρακτήρες

  • (shěn): εξετάζω
  • (lǐ): λόγος