审美 έννοια και προφορά

审美
Απλοποιημένη λέξη
審美
Παραδοσιακή λέξη

审美 ελληνικός ορισμός

shěn měi

  • αισθητικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 审 (shěn): εξετάζω
  • 美 (měi): όμορφη