封锁 έννοια και προφορά

封锁
Απλοποιημένη λέξη
封鎖
Παραδοσιακή λέξη

封锁 ελληνικός ορισμός

fēng suǒ

  • αποκλεισμός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 封 (fēng): σφραγίδα
  • 锁 (suǒ): κλειδαριά