弥漫 έννοια και προφορά

弥漫
Απλοποιημένη λέξη
彌漫
Παραδοσιακή λέξη

弥漫 ελληνικός ορισμός

mí màn

  • διαχέω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (mí): μι
  • (màn): διαχέω