感染 έννοια και προφορά

感染
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

感染 ελληνικός ορισμός

gǎn rǎn

  • μόλυνση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (gǎn): έννοια
  • (rǎn): βαφή