投入 έννοια και προφορά

投入
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

投入 ελληνικός ορισμός

tóu rù

  • επένδυσε σε

HSK level


Χαρακτήρες

  • 投 (tóu): εκμαγείο
  • 入 (rù): εισαγω