护照 έννοια και προφορά

护照
Απλοποιημένη λέξη
護照
Παραδοσιακή λέξη

护照 ελληνικός ορισμός

hù zhào

  • διαβατήριο

HSK level


Χαρακτήρες

  • (hù): προστατεύω
  • (zhào): σύμφωνα με

Παραδείγματα ποινών με 护照

  • 你的护照办好了吗?
    Nǐ de hùzhào bàn hǎole ma?
  • 坏了,我忘记带护照了。
    Huàile, wǒ wàngjì dài hùzhàole.