掀起 έννοια και προφορά

掀起
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

掀起 ελληνικός ορισμός

xiān qǐ

  • συμψηφίσει

HSK level


Χαρακτήρες

  • 掀 (xiān): ανελκυστήρας
  • 起 (qǐ): από