提炼 έννοια και προφορά

提炼
Απλοποιημένη λέξη
提煉
Παραδοσιακή λέξη

提炼 ελληνικός ορισμός

tí liàn

  • διύλιση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 提 (tí): αναφέρω
  • 炼 (liàn): εκκαθαρίζω