摩托车 έννοια και προφορά

摩托车
Απλοποιημένη λέξη
摩托車
Παραδοσιακή λέξη

摩托车 ελληνικός ορισμός

mó tuō chē

  • μοτοσυκλέτα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 摩 (mó): μω
  • 托 (tuō): υποστήριξη
  • 车 (chē): αυτοκίνητο