操作 έννοια και προφορά

操作
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

操作 ελληνικός ορισμός

cāo zuò

  • λειτουργικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 操 (cāo): γαμώ
  • 作 (zuò): φτιαχνω, κανω