新娘 έννοια και προφορά

新娘
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

新娘 ελληνικός ορισμός

xīn niáng

  • νυφη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 新 (xīn): νέος
  • 娘 (niáng): μητέρα