无理取闹 έννοια και προφορά

无理取闹
Απλοποιημένη λέξη
無理取鬧
Παραδοσιακή λέξη

无理取闹 ελληνικός ορισμός

wú lǐ qǔ nào

  • παράλογος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (wú): όχι
  • (lǐ): λόγος
  • (qǔ): παίρνω
  • (nào): κάνω ζημιές, φασαρίες κ.τ.λ