本能 έννοια και προφορά

本能
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

本能 ελληνικός ορισμός

běn néng

  • ένστικτο

HSK level


Χαρακτήρες

  • (běn): αυτό
  • (néng): μπορώ