殖民地 έννοια και προφορά

殖民地
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

殖民地 ελληνικός ορισμός

zhí mín dì

  • αποικία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 殖 (zhí): επιοικίζω
  • 民 (mín): ανθρωποι
  • 地 (de): εδαφος