洒 έννοια και προφορά

洒
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

洒 ελληνικός ορισμός

sǎ

  • πασπαλίζω

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 潵 : name of a river in Hebei Province;
  • 靸 : children's shoe (old); to wear one's shoes babouche style;

Λέξεις που περιέχουν 洒, ανά επίπεδο HSK