涂抹 έννοια και προφορά

涂抹
Απλοποιημένη λέξη
塗抹
Παραδοσιακή λέξη

涂抹 ελληνικός ορισμός

tú mǒ

  • κηλίδα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (tú): χρώμα
  • (mǒ): σκουπίζω