漫长 έννοια και προφορά

漫长
Απλοποιημένη λέξη
漫長
Παραδοσιακή λέξη

漫长 ελληνικός ορισμός

màn cháng

  • μακρύς

HSK level


Χαρακτήρες

  • 漫 (màn): διαχέω
  • 长 (cháng): μακρύς