烟花爆竹 έννοια και προφορά

烟花爆竹
Απλοποιημένη λέξη
煙花爆竹
Παραδοσιακή λέξη

烟花爆竹 ελληνικός ορισμός

yān huā bào zhú

  • κροτίδες

HSK level


Χαρακτήρες

  • 烟 (yān): καπνός
  • 花 (huā): λουλούδι
  • 爆 (bào): έκρηξη
  • 竹 (zhú): μπαμπού