牢固 έννοια και προφορά

牢固
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

牢固 ελληνικός ορισμός

láo gù

  • εταιρεία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 牢 (láo): φυλακή
  • 固 (gù): στερεός