理所当然 έννοια και προφορά

理所当然
Απλοποιημένη λέξη
理所當然
Παραδοσιακή λέξη

理所当然 ελληνικός ορισμός

lǐ suǒ dāng rán

  • φυσικά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 理 (lǐ): λόγος
  • 所 (suǒ): έτσι
  • 当 (dāng): πότε
  • 然 (rán): φυσικά