所 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

所 ελληνικός ορισμός

suǒ

  • έτσι

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά


Παραδείγματα ποινών με 所

  • 男厕所在一层。
    Nán cèsuǒ zài yī céng.
  • 所有的人都认为是他不对。
    Suǒyǒu de rén dōu rènwéi shì tā bùduì.
  • 因为马上就要开始上课了,所以快进教室。
    Yīn wéi mǎshàng jiù yào kāishǐ shàngkèle, suǒyǐ kuài jìn jiàoshì.
  • 因为教室里没什么人,所以很安静。
    Yīnwèi jiàoshì lǐ méishénme rén, suǒyǐ hěn ānjìng.
  • 任务还没完成,所以周末我们不得不加班。
    Rènwù hái méi wánchéng, suǒyǐ zhōumò wǒmen bùdé bù jiābān.

Λέξεις που περιέχουν 所, ανά επίπεδο HSK