生理 έννοια και προφορά

生理
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

生理 ελληνικός ορισμός

shēng lǐ

  • φυσιολογικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 生 (shēng): γεννάω
  • 理 (lǐ): λόγος