皮肤 έννοια και προφορά

皮肤
Απλοποιημένη λέξη
皮膚
Παραδοσιακή λέξη

皮肤 ελληνικός ορισμός

pí fū

  • δέρμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 皮 (pí): δέρμα
  • 肤 (fū): δέρμα

Παραδείγματα ποινών με 皮肤

  • 妈妈很注意保护皮肤。
    Māmā hěn zhùyì bǎohù pífū.