突破 έννοια και προφορά

突破
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

突破 ελληνικός ορισμός

tū pò

  • ανακάλυψη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 突 (tū): αιφνίδιος
  • 破 (pò): σπασμένος