窍门 έννοια και προφορά

窍门
Απλοποιημένη λέξη
竅門
Παραδοσιακή λέξη

窍门 ελληνικός ορισμός

qiào mén

  • τέχνασμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 窍 (qiào): στόμιο
  • 门 (mén): πόρτα